Weather Forecast | Weather Maps


Get the Flash Player to see this rotator.
Παιδική Γωνιά

 

Ένα όμορφο Χριστουγεννιάτικο παραμύθι


Ο άγγελος  που απόμεινε στη γη

 

 

  

 

 

 

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε στη γη ένα παιδί. Μια φορά και έναν καιρό ζούσε στον ουρανό ένα αγγελάκι.

Το παιδί δεν γνώριζε τον άγγελο. Ούτε ο άγγελος  ήξερε τίποτε για το παιδί.

Το παιδί ζούσε έξω από τη Βηθλεέμ σ’ ένα χάνι. Ο άγγελος ζούσε το πρωί σε μια ηλιαχτίδα, το βράδυ σε μια ασημένια κλωστή του φεγγαριού. 

Ο άγγελος ήταν καλός.  Καλός σαν άγγελος.  Το παιδί ήταν ένα κακό παιδί. Τίποτε άλλο, ένα κακό παιδί.

Και οι δύο εργάζονταν αυτό τον καιρό πάρα πολύ. Το κακό παιδί με γκρίνια. Ο άγγελος με το τραγούδι.

 

 

Το παιδί

 

 

Το παιδί είχε να υπηρετεί πολύ κόσμο,  που έφτανε αυτές τις ημέρες στη Βηθλεέμ. Δε σταματούσε από την ώρα που έσκαγε ο ήλιος ως αργά τη νύχτα. Πριν λαλήσουν τα κοκόρια, έπιανε τον κουβά και τραβούσε για το πηγάδι. Έπεφτε εύκολα ο κουβάς στο βαθύ πηγάδι λες και βιαζόταν ν’ ανταμώσει το νερό.  Τέντωνε ο κουβάς το σκοινί, γέμιζαν πληγές οι παλάμες του παιδιού που αγωνιζόταν να τον συγκρατήσει. Το παιδί φοβάται. Φοβάται , γιατί έχει ακόμα στα πόδια του τα σημάδια , που τ ’απόκτησε όταν μια μέρα του’ φυγε ο κουβάς από τα χέρια . θύμωσε πολύ το αφεντικό – θυμάται - , το έδειρε,  τον μάτωσε και έμειναν τούτα τα σημάδια.

Ο κουβάς  γεμάτος είναι βαρύς. Το παιδί ιδρώνει, όπως σιγά σιγά τραβάει προς τα απάνω το σκοινί. Κάθεται λίγο να ξεκουραστεί, κι’ ύστερα πηγαίνει να πλύνει τις αυλές , να καθαρίσει την κουζίνα. Φέρνει προσανάμματα και ξύλα  από την αυλή, ανάβει τη φωτιά , δουλεύει, δουλεύει. Το αφεντικό έχει ξυπνήσει πια, κατεβαίνει κάτω, γκρινιάζει. Τίποτε δεν του αρέσει απ’ αυτά που έκανε το παιδί. Το παιδί  δε μιλάει, έμαθε πια να μη μιλάει. Μόνο κοιτάζει τον ουρανό. Στην αρχή έκλαιγε, μα τώρα σκλήρυνε η καρδιά του  κι έγινε κακιά . Παίρνει ξανά τον κουβά και τραβάει να ποτίσει τα ζωντανά και να τα ταΐσει. Αυτή  η ώρα είναι η πιο όμορφη της ημέρας. Κοιτάζει την αγελάδα που έχει τόσο αγαθά μάτια.  Έτσι θα ‘ταν και τα μάτια της μητέρας του, αν είχε μητέρα. Τρέχει , παίζει με το μοσχαράκι, κυνηγιέται με τα κατσικάκια. Να,  όπως θα έπαιζε με τα’ αδέρφια του , αν είχε αδέρφια…

  Κουβεντιάζει  σοβαρά με το άλογο, όπως θα κουβέντιαζε με τον πατέρα του, αν είχε βέβαια πατέρα. Γιατί το παιδί δεν έχει κανέναν.

Έχει μόνο την κακία για συντροφιά.

Κρεβάτι στο πανδοχείο δεν υπάρχει για το παιδί. Κοιμάται στον στάβλο. Αγκαλιάζει την αγελάδα, χώνει το κεφάλι του κοντά στο άλογο, στριμώχνεται πλάι στο μοσχαράκι και  τα κατσικάκια.  Είναι σαν να έχει οικογένεια. Κι είναι τόσο όμορφο να έχεις οικογένεια.

Τώρα που έφτασε τόσος κόσμος στη Βηθλεέμ μες στο χειμώνα, μες στο κρύο, το παιδί κουράζεται πολύ. Αργά πηγαίνει για ύπνο, κι ο φόβος του είναι μην ξυπνήσει τα ζωντανά.  Όλα κοιμούνται, όταν φτάνει. Μόνο η αγελάδα το περιμένει, όπως περιμένει πάντα το παιδί της η μητέρα!.. Δεν αντέχει το παιδί να γδυθεί, δεν έχει δύναμη να βγάλει τα σαντάλια του. Κουλουριάζεται όπως είναι και αποκοιμιέται. Και μες στο βαθύ του ύπνο χαίρεται, γιατί κλότσησε ένα άλλο παιδί, γιατί κρυφά άνοιξε την κάνουλα και χύθηκε το κρασί, γιατί έκρυψε τα ρέστα από τη στάμνα που αγόρασε σήμερα, γιατί είπε ψέματα στο αφεντικό. Κοιμάται  αγκαλιά  με την κακία του κι ευχαριστιέται.

 

 

Ο άγγελος

 

 

Το αγγελάκι, πάλι, αυτές τις ημέρες, δεν προλαβαίνει να κλείσει μάτι.  Πάνε τα παιχνίδια που έκανε με τις ηλιαχτίδες, πάνε οι κουβεντούλες του οι βραδινές με τις λεύκες και τις πηγές. Το αγγελάκι, όπως όλοι οι άγγελοι στον ουρανό, ετοιμάζεται για το μεγάλο βράδυ. Το βράδυ που ο Θεός θα γεννηθεί κάτω στη γη.

«Τι ευλογημένη είναι η νύχτα!» αναστέναξε ο ήλιος.

«Γιατί;» ρώτησε παραξενεμένο το αγγελάκι.

«Γιατί θα δει το θαυμαστό μοναδικό αστέρι! Το αστέρι το χριστουγεννιάτικο».

Το αγγελάκι ήθελε να ακούσει κι άλλα. Του άρεσαν οι ιστορίες που έλεγε ο ήλιος. Μα η ώρα  είχε περάσει και τον περίμεναν  οι άλλοι άγγελοι στη χορωδία. Μέρες τώρα μάθαιναν τους ύμνους που θα έλεγαν την Άγια Νύχτα.  Το αγγελάκι τραγουδούσε γλυκά και, όταν έλεγε το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» σταματούσε ακόμα κι ο αγέρας για να το ακούσει. Είχε πραγματικά αγγελική φωνή.

Τραγουδούσε κι αναρωτιόταν το αγγελάκι. «Σε ποιο παλάτι θα γεννηθεί άραγε ο Κύριός μας; Σε ποια σπουδαία πολιτεία; Τι χρυσές κούνιες του ετοιμάζουν οι άνθρωποι; Ποιες τεχνίτρες υφαίνουν τώρα τα σκεπάσματά του; Τι μετάξια θα στρώσουν το κρεβάτι του;»

Είχε αρχίσει να γέρνει ο ήλιος. Οι τελευταίοι ταξιδιώτες έφταναν και ταχτοποιούνταν στα σπίτια.  Η μικρή πολιτεία της Βηθλεέμ χώρεσε τόσους, που κανείς δε φανταζόταν ότι θα χωρούσε.  Ούτε κρεβάτι ούτε σκαμνί δεν έμεινε άδειο.

Το παιδί έσερνε τα πόδια του από την κούραση. Τα ματόφυλλά του έκλειναν από τη νύστα.

Κουράγιο. Σε λίγο θα’ ρθει η ώρα να ξαποστάσει πλάι στα ζωντανά, στη γωνιά του.

Είχε αρχίσει να γέρνει ο ήλιος.

 

 

Οι τελευταίοι ταξιδιώτες.

 

 

Πίσω από τις ελιές φάνηκαν ένας άντρας και μια ετοιμόγεννη γυναίκα. Η γυναίκα ήταν πάνω σ’ ένα κουρασμένο, κατασκονισμένο γαϊδουράκι. Ο άντρας κρατούσε ένα μπόγο και το ραβδί του και βαστιόταν από το ζωντανό.

Είχε αρχίσει να γέρνει ο ήλιος, σαν έφτασαν στη Βηθλεέμ ο Ιωσήφ και η Μαρία.

Κι η Βηθλεέμ δεν είχε ούτε σκαμνί ελεύθερο. Είχε αρχίσει να γέρνει ο ήλιος, όταν το αγγελάκι είπα για τελευταία φορά με τη χορωδία των αγγέλων το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Το είπαν τόσο ωραία, που ο ήλιος αργοπόρησε για να το ακούσει όλο.

  Οι άγγελοι της νύχτας είχαν φύγει κιόλας. Πήγαν να φέρουν το πιο λαμπρό αστέρι που θα φώτιζε αυτή τη νύχτα. Το αγγελάκι δεν είχε τώρα δουλεία. Έριξε τη ματιά του κάτω στη γη, κι εκεί, σε μια γωνιά της γης, στη Βηθλεέμ, είδε τους δύο ταξιδιώτες, την Παναγία και τον Ιωσήφ.

«Η μητέρα του Κυρίου και Θεού μου!» μονολόγησε σαστισμένο.

  Έψαξε να ιδεί παλάτι εκεί κοντά. Δεν είδε τίποτε. Σπίτια μικρά, φτωχικά, αυτό μόνο είδε.

  «Κι ο Κύριός μου πού θα γεννηθεί;» αναρωτήθηκε το αγγελάκι.

  Κατέβηκε πιο κάτω, κάτω από τις στέγες των σπιτιών, κι άκουσε πως δεν υπήρχε ούτε ένα δωμάτιο ούτε κρεβάτι για την ετοιμόγεννη Μαρία.

 «Μα όπου να ‘ναι φτάνει το λαμπερό αστέρι! Όπου να ‘ναι θα’ ρθουν  και οι μάγοι! Η ώρα φτάνει που θα ψάλουν οι άγγελοι τη Γέννηση του Θεού!»

 Κατέβηκε ακόμα πιο κάτω το αγγελάκι και ακολούθησε το ζευγάρι μέσα στους σκοτεινούς δρόμους της Βηθλεέμ.

 

 

Ο άγγελος και το παιδί

 

 

Εκείνη την ώρα αντάμωσαν ο άγγελος και το κακό παιδί.

Το παιδί γύριζε κατάκοπο στο στάβλο που κοιμόταν. Σήμερα είχε κλέψει κι  άλλα τάλιρα από το αφεντικό του και τους ταξιδιώτες. Σε τόση φασαρία ποιος  να τον πάρει είδηση…

Έσπασε κι ένα κιούπι και είπε ψέματα, πως το  ‘σπασε ο άλλος παραγιός.»Καλά» σκέφτηκε το κακό παιδί «καλά τα κατάφερα!»

Να, πάει τώρα να χωθεί πλάι στα ζωντανά του.  Κάνει τόσο κρύο απόψε! Θα ρίξει κι άχυρα πάνω του, να ζεσταθεί λιγάκι.

 Από την κούραση, περπατάει αργά, λες και σέρνεται στο λασπωμένο δρόμο. Πόσο μακριά είναι ο στάβλος! Αχ, να ‘ταν πουλί να πέταγε!

 Κι εκεί στη σκοτεινιά, σκόνταψε πάνω στους δύο ξένους. Δεν έβλεπε τίποτε, γιατί ο ουρανός δεν είχε ούτ’ ένα αστέρι. Πώς όμως είδε τόσο καθαρά τα μάτια της γυναίκας;

 Ήταν γλυκά, πονετικά και τον κοίταζε κι εκείνη σαν να ‘ταν μάνα του. Ναι, σαν μάνα του.

 Δεν ακούστηκε τίποτε.

 Πώς όμως άκουσε τη φωνή της, που του ‘λεγε πως είναι κουρασμένη και πρέπει κάπου να ακουμπήσει;

 Δεν την είχε ξαναδεί τούτη τη γυναίκα. Κι όμως ήταν σίγουρος πως ήξερε για το σταμνί, για τα λεφτά, για όσα είχε κάνει.

 Της άπλωσε το χέρι, την έπιασε μαλακά, μαλακά, κι η κούρασή του έφυγε. Σαν ξένο πανωφόρι γλίστρησε από πάνω του κι έφυγε η κακία.

 Και μες στη σκοτεινιά τη πήγε εκεί που έμενε αυτός. Πλάι στην αγελάδα, στο κατσικάκι, στα προβατάκια, στο άλογο. Έστρωσε κάτω λίγα άχυρα. Βολεύτηκε η γυναίκα.

 Τότε ήταν που ο άγγελος αγκάλιασε το μικρό παιδί.

 Όταν γεννήθηκε ο Κύριος, το αγγελάκι έλειπε από τη χορωδία. Δεν πρόλαβε ν’ ανεβεί στον ουρανό.

Μέσα από το παιδί, από τη γη, τραγούδησε το «Δόξα εν υψίστοις.» Κι έμεινε από τότε εδώ κάτω στη Γη.

Κι όταν κάποιος κάνει αυτό που πρέπει ακούει το αγγελάκι να τραγουδάει μέσα στην ψυχή του.

Και να τραγουδάει τόσο όμορφα…να, σαν άγγελος…

 

                                             

 

 (Από το βιβλίο: Ο Αλέξης με το ξύλινο άλογο)